Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Αρχιμανδρίτου Ελπιδίου Βαγιανάκη)

Αρχιμανδρίτου, Ελπιδίου Βαγιανάκη 
 
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ 
Καμιά αγάπη στον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αγάπη των γονιών. Η θερμότητά αυτής της αγάπης είναι πιο ζεστή κι απ’ την φωτιά, ραγίζει και την πιο σκληρή καρδιά! Στη θύμηση της, τα ξενιτεμένα παιδιά δακρύζουν και στην έκφρασή της, ζει κανείς ένα μικρό παράδεισο!

Αυτά σκέπτεται κι ένα νέο παιδί, που έφυγε κάποτε μακριά απ’ τους γονείς του!

Είχε πάρει την περιουσία του με το έτσι θέλω απ’ τον πατέρα του κι έφυγε μακριά από το ευτυχισμένο περιβάλλον της οικογένειάς του, διαλέγοντας άστοχα τη δυστυχία του.

Στα ξένα, έφαγε όλη τη περιουσία του, σε ασωτίες με άσεμνες γυναίκες και στα νυχτερινά κέντρα όπου ξενυχτούσε και διασκέδαζε με παλιοπαρέες. Γρήγορα, έμεινε πάμπτωχος, χωρίς λεφτά, χωρίς φίλους! Όλοι τον εγκατέλειψαν! Πάμπτωχος στα υλικά και στα πνευματικά!

Για να βρει τροφή, καταντά χοιροβοσκός και τρέφεται με τα ξυλοκέρατα των χοίρων!

Τι φοβερό κατάντημα, Θεέ μου!

Οι υπηρέτες στο σπίτι του πατέρα του, περνούσαν καλύτερα απ’ αυτόν!

Κι όλα τα έπαθε για μια ανόητη απόφαση που πήρε κάποτε!

Τι του έλειπε από το πατρικό του σπίτι κι έφυγε μακριά για να το αποκτήσει;

Μήπως του έλειπε η αγάπη και απομακρύνθηκε τόσο πολύ για να την ψάξει;

Μα, ο νέος αυτός είχε τα πάντα! Και πάνω απ’ όλα έναν πατέρα να τον αγαπά αληθινά!

Κι όμως, δεν δίστασε κάποτε, με ένα ξερό αντίο, να τον αφήσει μονάχο καταμεσής του δρόμου, να κλαίει απαρηγόρητα από πόνο και θλίψη!

Πόσο, όμως, τώρα μετάνιωσε! Απανωτό το δάκρυ έκανε αυλάκια στα μάγουλά του!

Θυμάται το σπίτι του και κλαίει. Θυμάται τον καλό του πατέρα και βουρκώνει.

Πόσο θα ήθελε να τρέξει ξανά στην αγκαλιά του πατέρα του!

Πόσο πεθύμησε να τον ξανασφίξει, όπως παλιά στην αγκαλιά του, και να ξανακούσει στοργικά τη λέξη «παιδί μου»!

Πως θα ήθελε να ξανατρέξει κοντά του και να του πει:

- Πατέρα μου, άνοιξε την πατρική σου αγκαλιά και ζέστανέ με. Άνοιξε τον πλούτο της ευσπλαχνίας σου και συγχώρεσέ με τον άσωτο!

Στη σκέψη αυτή ζεσταίνεται!

Το κρύο της αμαρτίας χάνεται!

Τα καυτά δάκρυα της μετανοίας, ξαναζωντανεύουν βαθιά μέσα στη ψυχή του, την ΕΛΠΙΔΑ!

Αμέσως, ξεκινά για τον δρόμο της επιστροφής. Βάζει το δισάκι του στον ώμο, και αφήνει πίσω του τη μαύρη ξενιτιά με τις αμαρτίες και τους χοίρους της ασωτίας.

Τώρα, κοιτάζει μονάχα μπροστά!

Στο δρόμο, που θα τον φέρει όσο πιο γρήγορα κοντά στον αγαπημένο του πατέρα!

Στην διαδρομή αρχίζει να κάνει διάφορες σκέψεις μετανιωμένος για τα λάθη του:

Ελεεινολογεί συνεχώς τον εαυτό του και σκέπτεται όλα εκείνα τα κακά που έπραξε στη ξενιτιά.

Το λιοπύρι του κατακαίει το πρόσωπο και η δίψα του θερίζει τη ψυχή.

Λογισμοί λιποψυχίας ορμούν να του κατασπαράξουν τη ψυχή και ο φτωχός νέος αγωνίζεται σκληρά, για να κρατήσει μέχρι τέλους τη σημαία της μετανοίας στα χέρια του.

- Όχι, όχι, δεν θα γυρίσω πίσω. Προτιμώ να πεθάνω εδώ, καταμεσής του δρόμου, παρά να γυρίσω πίσω στην άθλιά μου ζωή. Θεέ μου, αξίωσέ με να δω έστω κι από μακριά το σπιτάκι μου με το γέρο πατέρα μου, και μετά πάρε με τον ανάξιο, αναφωνεί στη προσευχή του!

Και ο Θεός, συγκινείται στην ταπεινή του ετούτη προσευχή. Οι άγγελοι αγάλλονται και χαίρονται σαν βλέπουν τον νέο τούτο αγωνιστή!

Τώρα που οι δυνάμεις του νέου φεύγουν σιγά - σιγά, αναλαμβάνουν οι άγγελοι να βοηθήσουν και να κάνουν τον δρόμο πιο εύκολο και πιο κοντινό.

Η κούραση, η πείνα και η δίψα, ο δυνατός ήλιος και η ταλαιπωρία, κάνουν το νέο να σέρνει βαριά τα βήματά του στις πέτρες και στα χώματα του λασπωμένου δρόμου.

Το κεφάλι του λυγίζει, τα γόνατά του κόβονται και είναι έτοιμος να σωριαστεί κάτω στη γη. Τα θολωμένα μάτια του ανοιγοκλείνουν και ο νους του τρέχει το χρόνο πίσω.

Αφήνεται να ξαναζήσει τις παλιές καλές μέρες του παρελθόντος.

Τότε, που, ευτυχισμένος τριγύριζε σαν βασιλόπουλο μέσα κι έξω από το ζεστό περιβάλλον του σπιτιού του.

Τότε, που, έβγαινε με τον πατέρα του σεργιάνι, και όλοι τον ζήλευαν. Ζήλευαν τη τύχη του! Τότε, που είχε και του πουλιού το γάλα!

Τότε, που...

Μα τι θέλει και τα σκέπτεται τώρα!

Τι θέλει και τα θυμάται!...

Σφουγγίζει τα δάκρυα του και προσπαθεί να ξεχάσει την τόσο ανόητη φυγή του, που τον χώρισε από όλα τούτα τα αγαθά!

Πως μπορεί όμως να τα ξεχάσει;

Ξεχνιούνται αυτές οι ώρες που σημάδεψαν όλη την υπόλοιπη ζωή του και του χάρισαν αντί την ευτυχία την δυστυχία; Μπορεί να ξεχάσει εκείνο το αλησμόνητο πρωινό που...

Αλήθεια, τι είχε συμβεί;

Ελάτε να ακούσουμε μαζί, αδελφοί μου, την διήγηση του φτωχού τούτου νέου. Πως άφησε το σπίτι του και την αγάπη του πατέρα του και έφυγε για την ξενιτιά και την αμαρτία.

                                             * * * 

 Ήταν κάποτε ένας πατέρας που είχε δυο παιδιά και ένα ευτυχισμένο σπίτι. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί το κακό που θα τους έβρισκε.

Μια μέρα, το νεώτερο παιδί, παρουσιάζεται στον πατέρα του και του ζητά το μερίδιο του από την πατρική περιουσία, γιατί θεωρούσε φυσικά πως του ανήκε. Και τούτο βέβαια, δεν το έκανε από ανάγκη αλλά επειδή έμπλεξε με παρέες και ήθελε να γλεντήσει τη ζωή του με πλήρη ελευθερία!

Η αγάπη του πατέρα του, το πατρικό του σπίτι, οι οικογενειακοί του δεσμοί, του φαινόταν τυραννία και δυσβάστακτο φορτίο.

Οι συμβουλές να προσέχει τις παρέες του και να αποφεύγει τα άσεμνα γλέντια και τις διασκεδάσεις, του κτυπούσαν στα νεύρα.

Ήθελε να είναι ελεύθερος χωρίς κανένας να τον ελέγχει. Χωρίς κανένα να τον μαλώνει και να τον συμβουλεύει.

Νόμιζε, πως ήταν άνδρας τέλειος και ότι με τους περιορισμούς, έχανε τον ανδρισμό του. Δεν ήξερε ο ταλαίπωρος, ότι άνδρας τέλειος είναι όποιος μπορεί να ελέγξει τις ορμές και τα πάθη του...

Νόμιζε λοιπόν ο δυστυχισμένος, πως πήγαιναν χαμένα τα νιάτα του και οι μέρες του, κλεισμένος εκεί μέσα στο πατρικό του σπίτι και μονολογούσε:

- Να περιμένω, λοιπόν, μέχρι να πεθάνει ο πατέρας μου, για να γλεντήσω κι εγώ τη ζωή μου; Τότε, θα είμαι πια κι εγώ γέρος και δεν θα έχω όρεξη για όλα αυτά. Όχι, όχι! Θα πάω στο πατέρα μου και θα του ζητήσω τώρα, αυτά που μου ανήκουν από τη περιουσία. Είναι υποχρεωμένος να μου τα δώσει. Κανείς δεν μπορεί να μου τα αρνηθεί. Θα τα πάρω και θα ζήσω μόνος μου ευτυχισμένος, όπως θέλω εγώ και μου αρέσει.

Αυτά και τόσα άλλα έλεγε, μονολογώντας, και μια και δυο πήγε στο πατέρα του, για να κάνει πραγματικότητα αυτά που τόσο καιρό σχεδίαζε.

Ο καημένος ο πατέρας, κλαίει και οδύρεται! Βάζει όλη του τη τέχνη για να μεταπείσει το δύστυχο παιδί του αλλά μάταια!

Η πατρική αγάπη δεν μπορεί να μεταπείσει τον νέο! Οι σειρήνες του κόσμου και της αμαρτίας, δεν μπορούν να τον αφήσουν να σκεφτεί λογικά.

Πόσο φοβερό είναι Θεέ μου, να θολώσει τα μυαλά του ανθρώπου ο κατήφορος και να μη μπορεί να δει και να διακρίνει το στραβό από το ίσιο! Φύλαξέ μας Κύριε από αυτή την καταστροφή!

Ο πατέρας, θλιμμένος και δακρυσμένος, ράκος από τον βουβό πόνο και τη λύπη, φιλά το παιδί του και του δίνει τις τελευταίες του συμβουλές.

Μέσα του προβλέπει το χαμό και την καταστροφή που περιμένει το άμυαλο παιδί του.

Παρακαλεί μονάχα, ταπεινά τον Θεό, να μην τον χάσει τελείως, αλλά έστω και αργά, να το ξανασφίξει στην αγκαλιά του μετανοιωμένο.

Ο νέος παίρνει το μερίδιο του από τη περιουσία, και με ένα φτωχό αντίο, ανεβαίνει στο άλογο και απομακρύνεται γρήγορα από το πατρικό του σπίτι.

Απολιθωμένος στέκεται εκεί, στην άκρη του σπιτιού ο πατέρας, και κοιτάζει το χαμό του παιδιού του.

Οι μέρες περνούν και η ζωή συνεχίζεται στο όμορφο σπίτι ήρεμα και γαλήνια. Δεν γίνεται όμως το ίδιο και στον δυστυχισμένο μας νέο...

Αυτός έμπλεξε με δόλιους ανθρώπους, υποκριτές και ασεβείς, οι οποίοι σιγά - σιγά, του έφαγαν τα χρήματα στα κέντρα και στις διασκεδάσεις.

Άσεμνες γυναίκες έφθειραν και εξευτέλισαν τη τιμή και την υπόληψή του. Το πορτοφόλι του αδειάζει. Τα δανεικά που έδινε, δεν επιστρέφουν ποτέ. Δουλειά καμιά δεν υπάρχει. Όλοι αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν.

Οι ψεύτικοι φίλοι του πηγαίνουν αλλού να ξεγελάσουν κι άλλους!

Αυτός, μόνος, χωρίς κανένα δικό του, μένει στους πέντε δρόμους, ρακένδυτος κι ελεεινός.

Λίγα οικογενειακά κειμήλια που του απόμειναν, τα πούλησε κι αυτά για να ζήσει. Τώρα, πάνω σ’ ένα βράχο καθισμένος, ελεεινός και πεινασμένος, ξεσπά σε κλάμα σπαρακτικό.

Αυτό είναι το τραγικό αποτέλεσμα της κατρακύλας που πήρε, όταν νύχτες ολόκληρες στα καταγώγια της αμαρτίας, γλεντοκοπούσε και διασκέδαζε με ατέλειωτα όργια και με άσωτες γυναίκες.

Τώρα, χωρίς πεντάρα, χωρίς ρούχα και τροφή, χωρίς στέγη πάνω από το κεφάλι του, στέκει στην άκρη του δρόμου με κάτι αδέσποτα σκυλιά για συντροφιά.

Οι φίλοι του με σαρκαστική ειρωνεία τον εγκατέλειψαν και το χειρότερο, κανείς δεν του δίνει ούτε δουλειά για να βγάλει το ψωμί του! Ποιος μπορεί να τον εμπιστευτεί, αυτόν, έναν άσωτο άνθρωπο;

Με τον καιρό, τα ρούχα του κουρελιάζονται, τα παπούτσια του λιώνουν, και αυτός, πετσί και κόκαλο από τις κακουχίες, ψάχνει ακόμα για δουλειά.

- ΘΕΕ ΜΟΥ, ξεφωνίζει για πρώτη φορά μέσα από τη δυστυχία του! Θεέ μου, βοήθα με!

Και ο Θεός απαντά.

Ένας χοιροβοσκός περνά εκείνη την ώρα από το δρόμο.

- Βοήθεια! φωνάζει απελπισμένος ο νέος, σώσε με άνθρωπε του Θεού!

- Τι θέλεις και φωνάζεις; Τι θέλεις από μένα;

- Δουλειά ζητώ, λίγο ψωμί να κερδίσω, να ξεγελάσω τη πείνα μου, απαντά ο φτωχός άσωτος.

- Τι δουλειά να σου δώσω; Εγώ χοίρους βόσκω. Αυτή είναι η δουλειά μου!

- Πάρε με μαζί σου να σε βοηθώ να ταΐζεις τους χοίρους, παρακαλεί πια ο ταπεινός νέος. Λίγο ψωμί θέλω να κερδίσω. Σπλαχνίσου με και βοήθησέ με, άνθρωπε του Θεού!

- Καλά, ας είναι και από σήμερα θα με βοηθάς στη βοσκή των χοίρων.

 
Έκαμε να ανασηκωθεί το δυστυχισμένο παλικάρι, μα κουράγιο δεν είχε!

Ξέχασε πως ήταν ένα εφιαλτικό όνειρο, που ήρθε για να του θυμίσει την άσωτη ζωή του, πως είχε αποξεχαστεί μέσα στις αναμνήσεις του και πως τώρα βρισκόταν στο δρόμο του γυρισμού!

                                             * * * 
Από μακριά αγναντεύει τις καμινάδες των σπιτιών και δάκρυα αυλακώνουν τα μάγουλά του!

- Θεέ μου, συγχώρα με! Συγχώρα με, φωνάζει ασταμάτητα και κλαίει μ΄ αναφιλητά.

Τα δάκρυά του συγκινούν και την πιο πέτρινη καρδιά!

Συγκινούν και τους αγγέλους του Θεού!

Μα τι γίνεται στο μεταξύ;

Τρέξιμο λαχανιασμένου ανθρώπου ακούγεται. Ανθρώπου που κλαίει και τρέχει φωνάζοντας:

- Παιδί μου! παιδί μου, χρυσέ μου γιε!

Κάνει ν’ ανοίξει τα μάτια του, θολωμένος από την κούραση και το κλάμα ο νέος, μα του κάκου!

Η αγωνία και ο πόνος τον τσάκισε!

Τα γόνατά του κόπηκαν και τα μάτια του σκοτείνιασαν!

Μα η φωνή συνεχίζεται ν’ ακούγεται όλο και πιο κοντινή...

- Παιδί μου, αγαπημένο μου παιδί, γύρισες κοντά μου;

Ο νέος στη παραζάλη του ακούει ετούτη τη φωνή και μονολογεί:

- Μα τι γίνεται; Ποια είναι τούτη η γνώριμη φωνή; Ανθρώπου είναι ή της φαντασίας μου;

Με κόπο ανοίγει τα μάτια του και θαμπά - θαμπά, βλέπει μια αγαπημένη του μορφή. Τα δάκρυά του την ξανασβήνουν. Τα σκουπίζει, για να ξανακοιτάξει καλύτερα.

- Θεέ μου, όνειρο είναι ή πραγματικότητα;

Ένα γεροντάκι τρέχει μ’ αναφιλητά καταπάνω του, και φωνάζει:

- Παιδί μου, παιδί μου...

Είναι ο γέρος πατέρας του, που κάθε μέρα από τότε που έφυγε το αγαπημένο του παιδί, έβγαινε έξω, μακριά από το σπίτι, στο τέλος του δρόμου, αγναντεύοντας μακριά και ρωτώντας να μάθει τίποτα για το αγαπημένο του παιδί!

                                             * * * 

Θεέ μου, τι μεγάλη η πατρική αγάπη!

                                             * * *
Και τώρα, από μακριά τον αναγνώρισε ο γλυκός αυτός πατέρας, έστω και κάτω από τη σκελετωμένη του μορφή!

Και τρέχει πρώτος, κοντά στο γιο του, να τον φιλήσει και να τον σφιχταγκαλιάσει!

Τα γόνατα του γιου του κόπηκαν.

Τα δάκρυα αυλακώνουν τη μορφή του!

Και η φωνή του, τρεμουλιαστή, ακούγεται:

- Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. (Λουκ. 15, 21)

- Παιδί μου, τι είναι αυτά που λες; Σήκω παιδί μου γρήγορα πάνω και μη μου φιλάς τα πόδια, λέει, συγκινημένος ο γέροντας πατέρας.

- Πατέρα μου, ήμαρτον, ήμαρτον!

- Παιδί μου, με κάνεις τρισευτυχισμένο που ήρθες να σε δω και να μείνεις για πάντα κοντά μου! Μην κλαις μονάχα, έλα σήκω επάνω...


                                             * * *
Ο ταπεινός νέος κατασυντρίβεται από την αγάπη του πατέρα του.

Περίμενε να τον διώξει αλλά εκείνος τον αγκάλιασε!

Περίμενε να του βάλει τις φωνές αλλά αντιθέτως εκείνος του μιλά γλυκά και τρυφερά.

Συγκινημένος και ταπεινωμένος, πιάνει την άκρη από τα ρούχα του πατέρα του και κάνει τροπάριο τη μετάνοιά του!

Τι όμορφη Θεέ μου, η Μετάνοια! Τι υπέροχο μεγαλείο την περιβάλλει!

Ο πατέρας, στου γιου του το τροπάρι, γονάτισε και μια προσευχή ξέφυγε από τα γεροντικά του χείλη.

- Σ΄ ευχαριστώ Θεέ μου, που μου έφερες το παιδί μου. Για χαμένο το είχα και τώρα το ξαναβρίσκω. Για νεκρό το θεωρούσα και αναστημένο από την αμαρτία βρίσκεται τώρα μπροστά μου! Σ΄ ευχαριστώ Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ!

Πιάνει ευθύς αμέσως από τα χέρια το παιδί του, που κλαίει ακόμα, και το σηκώνει. Εκεί, όρθιοι και οι δυο μαζί, περνούν ώρες αγκαλιασμένοι, ο πατέρας με το παιδί!

Η συνέχεια είναι συγκινητική.

Από μακριά, σαν είδαν τη σκηνή αυτή οι υπηρέτες του σπιτιού, ήρθαν κι αυτοί κοντά, για να χαρούν το αναπάντεχο αυτό γεγονός.

Με δάκρυα στα μάτια παρακολουθούν την μετάνοια του χαμένου γιου, και την αγάπη του στοργικού πατέρα!

Σε μια στιγμή, γυρνά ο πατέρας προς τους υπηρέτες και τους λέει:

- Φέρτε, σας παρακαλώ, την πιο όμορφη στολή που έχουμε στο σπίτι και ντύστε το γιο μου. Βγάλτε του τα κουρελιασμένα ρούχα και ντύστε τον βασιλικά! Δώστε του δαχτυλίδι στο χέρι και πολυτελή παπούτσια στα πόδια να φορέσει! Φέρτε και μοσχάρι ξεχωριστό και σφάξτε το στου παιδιού μου το γυρισμό! Όλοι μας πρέπει να χαρούμε σήμερα, γιατί:

«ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». ( Λουκ. 15, 24)

                                                  * * * 
  
Σαν βλέπουμε τούτη τη σκηνή, θαυμάζουμε τη δύναμη της μετανοίας!

«Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον Υἱὸν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καὶ πάλιν τῆς οἰκείας δόξης, χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ ευφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καὶ τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
(Εσπερινό ιδιόμελο του Ασώτου)

Ας γνωρίσουμε κι εμείς οι αμαρτωλοί, τη δύναμη του μεγάλου αυτού μυστηρίου, που λέγεται Μετάνοια και ας αγωνιστούμε να μετάσχουμε στη μεγάλη χαρά, που παίρνει εκείνος που με αληθινή συντριβή και με δάκρυα κατανύξεως, βγαλμένα μέσα από την γεμάτη μετάνοια καρδιά του, παίρνει το δρόμο που θα τον φέρει στο Χριστό.

Αυτή η επιστροφή στο Χριστό είναι ο ωραιότερος δρόμος, που χαροποιεί τον ουρανό και τη γη. Είναι ο πραγματικός δρόμος, που φέρνει χαρά και ευτυχία.

Αυτόν τον δρόμο μας καλεί και η αγία μας Εκκλησία να πάρουμε, τούτες τις άγιες μέρες, που θα ετοιμαστούμε να προϋπαντήσουμε τον Νυμφίο μας Χριστό, με τούτη τη θεϊκή παραβολή του Ασώτου, που όλοι μας με συγκίνηση παρακολουθήσαμε.

Είναι Θεϊκή, γιατί είναι η μοναδική παραβολή, που κρύβει μέσα της όλο το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Μόνη αυτή η παραβολή είναι αρκετή για να διδάξει στους ανθρώπους, το νέο μήνυμα της αγάπης του Χριστού και να αποκαλύψει την αληθινή σχέση του Άγιου Θεού, με τον αμαρτωλό άνθρωπο!

Μέσα από τους δύο πόλους, που συνάπτουν την παραβολή αυτή, δηλαδή, το αξιοθρήνητο κατάντημα του ανθρώπου που ψάχνει να χαρεί τη ζωή του μακριά από το Θεό αφ’ ενός, και τη μεγαλειώδη στοργή του Θεού Πατέρα που συγχωρεί τον κάθε ειλικρινά μετανοημένο αφ’ ετέρου, ξεπηδά το μοναδικό ευαγγελικό μήνυμα του Χριστού, πως «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ιωανν. δ,΄ 8). Ο Θεός είναι Αγάπη και Ευσπλαχνία!

                                             * * *
 
 Αναζητά με αγωνία, τα πλανεμένα προβατάκια Του, εμάς τους ανθρώπους, σαν καλός Τσοπάνος, γιατί θέλει να μας κάνει δικούς Του! Κατοίκους του Παραδείσου Του!

Οι πιο πολλοί όμως από μας, θα πουν: Πως είναι δυνατόν να γίνει αυτό πραγματικότητα;

Εμείς είμαστε αμαρτωλοί. Με τόσες αμαρτίες που κουβαλάμε στη πλάτη μας, πως είναι δυνατόν να μας δεχτεί ο Χριστός;

Κι όμως, αδελφοί μου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή είμαστε αμαρτωλοί κι έχουμε μέσα μας συνεχώς αυτήν την έμφυτη κλίση προς το κακό, η οποία είναι αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος, ο φιλάνθρωπος Κύριος μας συνέστησε το μεγάλο τούτο Μυστήριο της Μετανοίας και της Εξομολογήσεως.

Ο Κύριός μας, γνωρίζει την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος πέφτει στην αμαρτία κι επειδή δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, από αμέτρητη αγάπη, μας έδωσε την ευκαιρία να σωθούμε με τούτο το Μυστήριο.

Με την Μετάνοια, το άγιο τούτο Μυστήριο, ο αμαρτωλός εκείνος, που με βαθιά συντριβή μπροστά στον εξομολόγο ιερέα, θ΄ ανοίξει την κουρασμένη από τις αμαρτίες ψυχή του για θα πει τα αμαρτήματα που τον χώρισαν από τον Χριστό μας, ο φιλάνθρωπος Κύριος, δια μέσου του πνευματικού Του, θα δώσει τη συγχώρεση στο μικρό του πλανεμένο προβατάκι.

Σαν καλός Ποιμένας, θα σκύψει στοργικά πάνω του, για να του ξαναχαρίσει την ειρήνη που έχασε όταν έφυγε από το ζεστό μαντρί του και γύριζε από δω και από κει, μέσα στο γεμάτο από αγκάθια και τριβόλια, δάσος της αμαρτίας, στο οποίο ήταν κρυμμένοι λύκοι, που έψαχναν να βρουν τρυφερά πλανεμένα αρνάκια, για να χορτάσουν την αιμοβόρο πείνα του πατέρα της αμαρτίας, του διαβόλου.

Το μεγάλο τούτο μυστήριο της Μετανοίας δεν είναι ανθρώπινη επινόηση όπως θέλουν μερικοί άνθρωποι να πιστεύουν, αλλά του ίδιου του Χριστού μας. Τη σύσταση του Μυστηρίου της Μετανοίας, την έδωσε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας στην Εκκλησία Του, μετά την εκ νεκρών Ανάστασή Του.

Το Ευαγγέλιο λέει σχετικά:

«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν… καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». (Ιωάν. κ, 19 - 20, 22 - 23).

Από τους λόγους αυτούς, γίνεται φανερό, ότι ο Χριστός έδωσε εξουσία στους μαθητές και Αποστόλους Του και αργότερα στους Επισκόπους και τους πνευματικούς Ιερείς, να συγχωρούν με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος τις αμαρτίες όλων αυτών των ανθρώπων που μετανιώνουν ειλικρινά, εξομολογούνται τα λάθη τους, αποφασίζουν να αλλάξουν ζωή και να αγωνιστούν να γίνουν εργάτες της αρετής και των εντολών του Θεού.

Την σπουδαιότητα του Μυστηρίου της Μετανοίας, την καταλαβαίνουμε όταν λάβουμε υπόψη ότι χωρίς αυτό είναι αδύνατη η σωτηρία του ανθρώπου.

Όλοι είμαστε ένοχοι, εξαιτίας των αμαρτιών μας, απέναντι στο Θεό.

Δεν υπάρχει άλλο μέσο να επιστρέψουμε κοντά Του και να ελευθερωθούμε από την αμαρτία, μετά το Βάπτισμα, εκτός από την Μετάνοια και την Εξομολόγηση.

Αν με το Άγιο Βάπτισμα γινόμαστε Χριστιανοί, με την Μετάνοια και την Εξομολόγηση, ξαναβρίσκουμε το δρόμο για την Βασιλεία των Ουρανών και την Αιώνια Ζωή.

Το Μυστήριο της Μετανοίας, είναι αληθινά μεγάλος θησαυρός, ένα θαυμάσιο στήριγμα αλλά συγχρόνως και ένας σύντροφος παρήγορος στην οδυνηρή και με δάκρυα ποτισμένη πορεία της ζωής μας.

                                            * * *
Η σημερινή επιστροφή του Ασώτου, ας σημάνει και την δική μας επιστροφή στον πολυεύσπλαχνο Χριστό μας!

Ας προσέξουμε ιδιαίτερα την παραβολή αυτή και ας ρίξουμε κι εμείς μια ματιά μέσα μας, μήπως κι εμείς είμαστε Άσωτοι!

Μήπως κι εμείς ξεφύγαμε από το δρόμο της αγάπης, του Θεού και των αρετών.

Αν διαπιστώσουμε ότι κι εμείς είμαστε αμαρτωλοί και ταπεινοί, ας πάρουμε συνοδηγό τον Άσωτο της παραβολής και με τις αμαρτίες στο χέρι και τη βαθιά Μετάνοια στη καρδιά, ας τρέξουμε στον Εξομολόγο Ιερέα, και ας αποθέσουμε εκεί στο πετραχήλι του, τα αγκαθοτρίβολα των αμαρτιών μας, ψάλλοντας μαζί με τον Άσωτο, το τροπάριο της Μετανοίας.

Ἦχος πλ. δ´
Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.