«ΑΛΛΟ ΝΑ
ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΘΕΙΟ ΕΡΩΤΑ!»
ΓΕΜΙΖΕΤΕ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ…
Μα έρχεστε σαν πεινασμένοι και φεύγετε πάλι πεινασμένοι!
Ξέρετε γιατί;
Γιατί δεν έρχεστε να πάρετε την
Τροφή του Θεού, την Χάρη του Θεού!
Πως νομίζετε έζησαν οι πρώτοι Χριστιανοί;
Πως νομίζετε είχαν την δύναμη να πολεμούν τους ειδωλολάτρες, να πολεμούν τα
θηρία;
Είχαν την δύναμη γιατί μεταλάβαιναν συνέχεια το Σώμα και το Αίμα του
Υιού του Θεού.
Εσείς κάθε πότε μεταλαβαίνετε;
Και όποτε έρχεστε θεωρείτε
σπουδαίο τον ερχομό σας στην θεία Κοινωνία που συνδέεται με καμιά νηστεία,
καμιά αγρυπνία, καμιά προσευχή…
Λες και ο Θεός συγκινείται πιο
πολύ από τις νηστείες σας, από τις αγρυπνίες σας, από τις προσευχές σας, που
όμως δεν έχουν καν μέσα τους ΘΕΪΚΟ ΕΡΩΤΑ για Εκείνον.
ΤΟΥ ΛΕΤΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ…
Αλλά η καρδιά σας είναι αδειανή από ΘΕΪΚΟ ΕΡΩΤΑ, από φωτιά!
Αλήθεια, πως μπορεί να ψηθεί ένα ψωμί μέσα στο φούρνο, αν δεν τον έχεις
ανάψει, αν δεν τον έχεις πυρακτώσει και αν δεν έχεις κλείσει ερμητικά την
πόρτα; Πως μπορεί να γίνει αυτό το ψωμί; Έτσι κι εσείς θέλετε να πάρετε το ψωμί
της χάριτος, ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΕΪΚΟ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ και λέτε, «μα εγώ νηστεύω, αγρυπνώ και
προσεύχομαι…»