Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΠΟΣΟ Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ



ΠΟΣΟ Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ


Στην Σκήτη της Αγίας Αννας, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί. Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.

Ό αδελφός Προκόπιος είχε
λάβει χάρισμα από το Θεό να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομποσχοίνι, το οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ.

Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, που δεν μπορούσε να βρει κανέναν για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή. 
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ' αυτόν γέροντας ο όποιος του είπε: 
«Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; Τι σε απασχολεί;»

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

ΜΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ...


Μια εμπειρία του Τολστόι που του έμεινε βαθιά χαραγμένη στην ψυχή


«Ὁ μεγάλος ρῶσος λογοτέχνης L. Tolstoy στό βιβλίο του Παιδικά, Ἐφηβικά καί Νεανικά χρόνια περιγράφει μιά ἐμπειρία του ἀπό τά παιδικά του χρόνια, πού ἔμεινε βαθειά χαραγμένη στην ψυχή του.

Φιλοξενοῦσαν συχνά στό σπίτι τους ἕναν ἄνθρωπο πολύ πονεμένο, πού ἐλάχιστες “ἄσπρες” μέρες εἶχε δεῖ στή ζωή του. Σέ μιά ἀπό αὐτές τίς ἐπισκέψεις, ὁ Tolstoy μαζί μέ τά μικρά του ἀδέλφια, παρακολούθησαν κρυφά τό γέροντα πού προσευχόταν στό δωμάτιο τό ὁποῖο τοῦ εἶχαν παραχωρήσει. Καί περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν ἀνεξίτηλη σφραγίδα τήν ὁποία ἄφησε πάνω του αὐτή ἡ ἐμπειρία:
“Σταυρώνοντας τά μεγάλα του χέρια στό στῆθος, ὁ Γκρίσα, στεκόταν πρῶτα σιωπηλός μέ σκυμμένο τό κεφάλι μπροστά στίς εἰκόνες. Μετά ἔπεσε στά γόνατα καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Στήν ἀρχή ἀπάγγειλε σιγαλά γνωστές προσευχές· μετά τίς ἐπανελάμβανε δυνατότερα. Μετά ἄρχισε νά προσεύχεται μέ δικά του λόγια. Προσευχήθηκε γιά ὅλους τούς εὐεργέτες του (ἔτσι ἀποκαλοῦσε αὐτούς πού τόν φιλοξενοῦσαν)· ἀνάμεσα σ᾽ αὐτούς καί γιά τήν μητέρα μας καί γιά μᾶς.
Προσευχήθηκε γιά τόν ἑαυτό του, ζητώντας ἀπό τό Θεό νά συγχωρήση τίς προηγούμενες ἁμαρτίες του· καί μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη: Θεέ μου, συγχώρεσε τούς ἐχθρούς μου. Μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη πολλές φορές: Κύριε, ἐλέησέ με· ἀλλά κάθε φορά μέ ἀνανεωμένη δύναμι καί μέ θέρμη.
Μετά εἶπε: Συγχώρεσέ με, Κύριε, καί δίδαξέ με, πῶς νά ζῶ. Καί τό εἶπε μέ τόση ἁπλότητα καί πίστι σάν νά περίμενε μιά ἄμεση ἀπάντησι στό αἴτημά του. Καί ἔπειτα τό μόνο τό ὁποῖο μπορούσαμε νά ἀκούσουμε, ἦταν λυπητερά ἀναφυλλητά. Σέ λίγο σηκώθηκε στά γόνατά του, σταύρωσε τά χέρια του στό στῆθος καί ἔμεινε σιωπηλός...
Καί ξαφνικά ἀναφώνησε: Γενηθήτω Κύριε, τό θέλημά Σου! Καί πέφτοντας μέ τό μέτωπο στό πάτωμα ἄρχισε πάλι νά κλαίη μέ λυγμούς σάν παιδί...”.