Όταν ο Άγιος Παρθένιος αποφάσισε να χτίσει έναν μεγάλο ναό προς τιμήν του Θεού, όλη η πόλη προσφέρθηκε να βοηθήσει. Μεταξύ των εργατών ήταν και ένας νεαρός τεχνίτης, ονόματι Ευτυχιανός, που είχε αναλάβει το πιο δύσκολο κομμάτι: τη μεταφορά των μεγάλων μαρμάρων.
Μια μέρα, καθώς μετέφεραν ένα τεράστιο μάρμαρο με μια άμαξα που την έσερναν βόδια, κάτι πήγε στραβά. Τα ζώα τρόμαξαν, η άμαξα ανατράπηκε και το βαρύ μάρμαρο έπεσε πάνω στον Ευτυχιανό, καταπλακώνοντάς τον.
Οι υπόλοιποι εργάτες έτρεξαν να βοηθήσουν, αλλά ήταν αργά. Ο νεαρός δεν ανάσαινε, το σώμα του ήταν τσακισμένο και ο θάνατός του φαινόταν ακαριαίος. Η χαρά της δημιουργίας μετατράπηκε σε θρήνο.
Ο Άγιος Παρθένιος, που βρισκόταν εκεί κοντά, άκουσε τις κραυγές και πλησίασε. Δεν ταράχτηκε. Με απόλυτη ηρεμία, ζήτησε από όλους να κάνουν στην άκρη και να σωπάσουν.
«Μην κλαίτε», είπε, «γιατί ο Θεός δεν θέλει ο οίκος Του να θεμελιωθεί πάνω στη λύπη».
Γονάτισε δίπλα στο άψυχο σώμα του νεαρού και άρχισε να προσεύχεται θερμά. Λέγεται πως η προσευχή του ήταν τόσο έντονη, που όσοι ήταν τριγύρω ένιωσαν μια ελαφριά δόνηση στο έδαφος. Μετά από λίγη ώρα, ο Άγιος έπιασε το χέρι του Ευτυχιανού και του είπε σιγανά:
«Στο όνομα του Χριστού, σήκω και συνέχισε τη δουλειά σου».
Προς έκπληξη όλων, ο νεαρός άνοιξε τα μάτια του, σηκώθηκε σαν να είχε απλώς αποκοιμηθεί και, χωρίς να έχει ούτε μια γρατζουνιά ή πόνο στο σώμα του, έπιασε πάλι τα εργαλεία του. Το μάρμαρο, που πριν χρειαζόταν δέκα άνδρες για να μετακινηθεί, έμοιαζε τώρα ελαφρύ σαν πούπουλο.