Ο μοναχός που κάθε βράδυ καθάριζε κρυφά παπούτσια.
Σε ένα μεγάλο κοινόβιο μοναστήρι, οι μοναχοί παρατήρησαν κάτι παράξενο: κάθε πρωί, τα παλιά και λασπωμένα παπούτσια τους, που άφηναν έξω από τα κελλιά τους, βρέθηκαν καθαρισμένα και γυαλισμένα, χωρίς κανείς να ξέρει ποιος το έκανε.
Ένας νεαρός μοναχός, από περιέργεια, αποφάσισε να μείνει ξάγρυπνος μια νύχτα για να λύσει το μυστήριο. Κρύφτηκε στη γωνία του διαδρόμου και περίμενε.
Μετά τα μεσάνυχτα, είδε έναν από τους πιο ηλικιωμένους και ευσεβείς Γέροντες της Μονής να βγαίνει αθόρυβα από το κελλί του. Ο Γέροντας πήγαινε από πόρτα σε πόρτα, έπαιρνε τα λερωμένα παπούτσια των αδελφών, τα καθάριζε με μια βούρτσα, τα άλειφε με λίγο λίπος για να μαλακώσουν και τα άφηνε πάλι στη θέση τους.
Ο νεαρός συγκλονίστηκε. Την άλλη μέρα πήγε στον Γέροντα και τον ρώτησε: «Γιατί, Γέροντα, ένας τέτοιος πνευματικός άνθρωπος σαν εσάς, κάνει μια τόσο ταπεινή δουλειά κρυφά;»
Ο Γέροντας του έβαλε το δάχτυλο στα χείλη και του είπε:
«Σσσς, μη χαλάσεις τη χαρά μου! Όσο καθαρίζω τη λάσπη από τα παπούτσια των αδελφών μου, παρακαλώ τον Θεό να καθαρίσει και τη λάσπη από τη δική μου ψυχή. Κι αφού δεν μπορώ να τους πλύνω τα πόδια όπως ο Χριστός, τους πλένω τουλάχιστον τα παπούτσια».
Απ' το βιβλίο «Αγιορείτικες Σελίδες» π Μωυσή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου