Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ΠΩΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΥΝΕΤΙΖΕΙ ΕΝΑΝ ΒΛΑΣΦΗΜΟ


ΠΩΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΥΝΕΤΙΖΕΙ ΕΝΑΝ ΒΛΑΣΦΗΜΟ

Πολλοί άνθρωποι απρόσεκτα, με το παραμικρό, από κακή συνήθεια, τολμούν να βλασφημούν με ασεβείς εκφράσεις τα θεία και κυρίως την Παναγία Mητέρα του Κυρίου μας.

Ενώ με τίποτα δεν μπορούν να ανεχτούν κάποιον που θα τολμήσει να βλασφημήσει τη σαρκική τους μητέρα, πάρα πολύ εύκολα οι ίδιοι τολμούν με ακατονόμαστες εκφράσεις να βρίζουν την ουράνιά μας Μεσίτρια, την Παναγία μας.

Αυτό θλίβει πάρα πολύ την κυρία μας Θεοτόκο και το παράπονο αυτό το εκφράζει η ίδια, γλυκά και τρυφερά σε ένα βλάσφημο παιδί της. 
* * *
Ο Χρήστος Βέργος, επιστρατευμένος στον πόλεμο της Κορέας, διηγείται:

«Ήμουν ανθυπασπιστής στο τάγμα της Κορέας. Δεν πίστευα πουθενά, παρά μόνο στη δύναμη των βαρέων όπλων που κατεύθυνα. Επί πλέον ήμουν αδιόρθωτα βλάσφημος. Όλες οι βλασφημίες μου συγκεντρώνονταν στην Παναγία. Όσοι με άκουγαν ανατρίχιαζαν. Οι φαντάροι μου έκαναν τον σταυρό τους, για να μην τους κάνει κακό. Οι ανώτεροί μου διαρκώς με παρατηρούσαν και με τιμωρούσαν. Ώσπου μια νύχτα έζησα ένα ολοφάνερο θαύμα.

Ξημέρωνε η 7η Απριλίου. Με τη διμοιρία μου είχα καταλάβει μια πλαγιά σε ύψωμα κοντά στον 38ο παράλληλο. Μέχρι τα ξημερώματα έμεινα άγρυπνος στο όρυγμά μου μαζί με τον στρατιώτη Σταύρο Αδαμάκο. Όταν ρόδιζε η αυγή, οπότε δεν υπήρχε φόβος αιφνιδιασμού, αποκοιμήθηκα. Είδα τότε ένα όνειρο, που με συντάραξε:

Μία γυναίκα στα μαύρα ντυμένη, με αγνή ομορφιά και γλυκύτατη φωνή, με πλησιάζει και με ρωτά ακουμπώντας το χέρι στον ώμο μου:

- Θέλεις να βρίσκομαι κοντά σου Χρήστο;

Ένοιωσα τότε μια βαθιά αγαλλίαση.

- Και ποια είσαι συ; τη ρώτησα.

Τότε, εκείνη άλλαξε έκφραση και με παρατήρησε αυστηρά:

- Γιατί, Χρήστο, διαρκώς με βρίζεις;

- Πρώτη φορά σε βλέπω! διαμαρτυρήθηκα. Πώς είναι δυνατό να βρίζω μια άγνωστή μου;


- Ναι, Χρήστο, επέμεινε εκείνη πιο αυστηρά. Με βρίζεις. Εγώ όμως είμαι πάντα κοντά σε σένα και στους στρατιώτες του τάγματος. Γιατί δεν πηγαίνετε στο Πουσάν, ν΄ ανάψετε κεριά στ΄ αδέλφια σας που έχουν ταφεί εκεί;

Μ΄ αυτή τη φράση ξύπνησα τρομαγμένος. Ο Σταύρος δίπλα μου με κοίταζε σαστισμένος.

- Κύριε ανθυπασπιστά, κάτι έχεις, μου είπε. Βογκούσες και παραμιλούσες στον ύπνο σου.


Του διηγήθηκα το όνειρό μου και καταλήξαμε πως ήταν αποτέλεσμα κοπώσεως και συζητήσεων γύρω από τους νεκρούς του Πουσάν. Ενώ όμως λέγαμε αυτά, ξαναβλέπω τη γυναίκα του ονείρου μου μπροστά μου.

- Αδαμάκο! βάζω μια φωνή. Η γυναίκα αυτή, να... τη βλέπεις;

Εκείνος προσπαθούσε να με καθησυχάσει, αλλά που εγώ! Τότε η μαυροφορεμένη γυναίκα με την αγνή ομορφιά και τη γλυκύτατη φωνή με πλησίασε και μου είπε:

- Μη φοβάσαι... Μη φοβάσαι, παιδί μου. Είμαι η Παναγία. Σας προστατεύω όλους παντού και πάντοτε. Αλλά θέλω από σένα να μη με βρίσεις ούτε στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής σου.

Πέφτω αμέσως ταραγμένος να φιλήσω τα πόδια της. Εκείνη όμως είχε γίνει άφαντη. Έκλαψα τότε απ΄ τα βάθη της καρδιάς μου ένα κλάμα ανακουφίσεως και χαράς, εγώ που δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου».