Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΟΥ! (Διδασκαλίες από το Γεροντικό)




 Ο ΘΕΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΟΥ!
(Διδασκαλίες από το Γεροντικό)


ΕΝΑΣ αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
- Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
- Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
- Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
- Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μην επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότητα του Θεού. 
 * * *
 
ΑΛΛΟΣ Αδελφός ρώτησε τόν ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
- Πώς είναι δυνατόν να μην συγχωρεί, τέκνον μου, Εκείνος που δίδαξε την μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά», δηλαδή επ' άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέροντας.

 * * *
 
ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος πάλι ρώτησε: 
- Τι ακριβώς είναι μετάνοια;
- Η μή επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.
 * * *
 
ΕΝΑΣ Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
- Έπεσα, Πάτερ. Τί να κάνω τώρα;
- Σήκω. του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
- Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
- Και τί σ' εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
- Ως πότε; ρώτησε ο Αδελφός.
- Εώς ότου σε βρεί ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρινώ σε»; εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.
 
* * *

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ πήγε με βαριά καρδιά στον Πνευματικό του και εξομολογήθηκε:
- Ο λογισμός με βασανίζει, Γέροντα, να εγκαταλείψω τον αγώνα, αφού, και ύστερα από την επιστροφή μου στο Χριστό και την μετάνοιά μου, δεν μπορώ ακόμη να βγάλω από πάνω μου όλες τις αδυναμίες.
- Μου θυμίζεις, μ’ αυτά που μου λες, κάτι που συνέβη πριν κάμποσο καιρό σ' ένα φίλο μου αγρότη, είπε ο Πνευματικός. Έλα, κάθισε εδώ κοντά, παιδί μου, να σου διηγηθώ τη μικρή του ιστορία.
Ο νέος άκουγε πάντοτε μ' ενδιαφέρον τα χαριτωμένα αυτοσχέδια ανέκδοτα του αγαθού Γέροντα: 

"Ο φίλος μου, που λες, είχε ένα χωράφι στην άκρη του χωριού, που είχε μείνει χρόνια ακαλλιέργητο. Κι ήταν πια γεμάτο αγκάθια και τριβόλια. Μια καλή χρονιά όμως, σκέφτηκε να το σπείρει. Αλλά έπρεπε πρώτα να καθαριστεί. Έστειλε λοιπόν τον μεγάλο του γιο να κάνει την δουλειά αυτή. Μα σαν είδε το παλληκάρι εκείνα τα πελώρια αγκάθια και τα αγριοβότανα, έπεσε σε απελπισία.
- Δεν γίνεται να φτιάξει ποτέ τούτο το χωράφι, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Πώς να ξερριζώσω τόσα αγριόχορτα;
Έτσι έπεισε για τα καλά τον εαυτό του πώς ήταν αδύνατο να γίνει η δουλειά. Ξάπλωσε κάτω από ένα θάμνο και κοιμήθηκε. Σαν ξύπνησε ήταν πια μεσημέρι. Έρριξε το νυσταγμένο βλέμμα του στην αγριάδα και τρόμαξε. Έμεινε καρφωμένος στη θέση του ως το βράδυ χωρίς να κάνει τίποτε. Το ίδιο και την άλλη μέρα και την τρίτη. Χασμουριόταν, στριφογύριζε τεμπέλικα, έπεφτε στον ύπνο, ξύπναγε. Μόνο δουλειά δεν αποφάσιζε να κάνει.
- Τίποτε δεν έκανες τόσες μέρες, του είπε θυμωμένος ο πατέρας του σαν πήγε και είδε πως ο γιος του δεν είχε βγάλει ούτε ένα αγκάθι.
- Βαραίνει η ψυχή μου πατέρα, ομολόγησε ο νέος, σαν γυρίζω και βλέπω πόση δουλειά με περιμένει και δεν μπορώ να πάρω απόφαση να αρχίσω.
Κι εκείνος τότε πολύ σοφά του απάντησε:
- Αν κάθε μέρα, παιδί μου, καθάριζες τόση γη όση πιάνεις με το μπόι σου σαν ξαπλώνεις και κοιμάσαι, θα κόντευες τώρα να τελειώσεις.
Ντροπιασμένος για την τεμπελιά του ο γιος, έβαλε τότε αμέσως σε πράξη τη συμβουλή του πατέρα του. Σε λίγο, είδε με τα μάτια του πως δεν ήταν ακατόρθωτο να καθαρίσει το χέρσο χωράφι".

Μιμήσου τον κι εσύ, παιδί μου. Κι όταν ξανάρθεις, θα μου πεις, αν στ' αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να ξεριζώσεις με υπομονή τα πάθη της ψυχής σου. Ο νέος έφυγε με καινούργια δύναμη από τήν εξομολόγηση, αποφασισμένος να συνέχισει τον καλό αγώνα.