Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ...

 ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ...

..Τὸν ἔφεραν εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης. Ἡτοίμασαν τὴν ἀγχόνην.
- Ἐσκότωσες τὸν ἄνθρωπον!
- Ὄχι!
- Γίνε Τοῦρκος!
- Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ!
Δύο ἢ τρεῖς Τοῦρκοι μὲ πλατέα σαρίκια, παριστάμενοι εἰς τὸν ἀπαίσιον τόπον, ἤρχισαν νὰ νουθετοῦν τὸν κατάδικον.
- Ἔλα εἰς τὴν ἀληθινὴν πίστιν, ἄνθρωπε, νὰ γλυτώσῃς… Δὲν λυπᾶσαι τὰ νιᾶτά σου;
- Γίνε, γκιουζὲλ Γκιαούρ, γίνε Τοῦρκος! Δὲν ἔχεις γονεῖς; Δὲν λυπᾶσαι τὴ μάννα σου;
- Παντρεμένος εἶσαι; Δὲν λυπᾶσαι τὰ παιδιά σου;
Ὁ Κωσταντὴς εἶχεν ὀλιγοψυχήσει καὶ πάλιν. Ἐκρατήθη ἡ φωνή του.
- Θὰ γίνης; Τ᾿ ἀπεφάσισες;
- Ὄχι! Δὲν κολάζω τὴν ψυχὴ τοῦ νοννοῦ μου, ποὺ μ᾿ ἐβάφτισε.
Ὁ δήμιος ἔσυρε τὸ σχοινίον.
- Θὰ γίνῃς Τοῦρκος;
- Ἡ τελευταία ὥρα σου!
- Ὄχι! Δὲν κολάζω τὸν νοννό μου!
Ὁ δήμιος ἡτοίμασε τὴν θηλειάν.
- Σῦρε λοιπὸν εἰς τὸν ᾍδην, ἄπιστε!
- Μνήσθητί μου, Κύριε!
Καὶ μετ᾿ ὀλίγα λεπτά, ὁ νέος ἤσπαιρε κρεμάμενος εἰς τὴν ἀγχόνην...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης